Η επίσημη παρουσίαση των Bookmarkers, της νέας πρωτοβουλίας του Γρηγόρη Δημητριάδη για την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας και την ανάδειξη της αξίας του βιβλίου στην καθημερινή μας ζωή, πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία, το βράδυ της Τετάρτης, στο βιβλιοπωλείο Bookloft, στο Κολωνάκι.
Στην εκδήλωση, μαζί με τον Γρηγόρη Δημητριάδη, μίλησαν ο Θανάσης Λάλας, ο Μιχάλης Καρακώστας, ιδιοκτήτης του Bookloft και ο Μάκης Τσίτας από το diastixo.gr, καταθέτοντας τις δικές τους σκέψεις για τη σημασία της ανάγνωσης και τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το βιβλίο στη σύγχρονη κοινωνία.

Το βιβλίο είναι ένα ταξίδι ολόκληρο. Συνομιλείς εσύ ουσιαστικά με έναν συγγραφέα”
Ο Γρηγόρης Δημητριάδης, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ανέφερε τα εξής: «Το αγαπάω το βιβλίο. Το βιβλίο προσφέρει πάρα πολλά πράγματα. Δεν είναι μόνο οι γνώσεις, το λεξιλόγιο. Είναι ένα ταξίδι ολόκληρο. Συνομιλείς εσύ ουσιαστικά με έναν συγγραφέα. Και αυτό γίνεται κάθε φορά. Δεν υπάρχει μέρα στη ζωή μου να μην ανοίξω βιβλίο έστω και για λίγο, έστω και για τρία λεπτά.».
“Το βιβλίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απεικόνιση αυτού που συμβαίνει εκεί έξω”
«Νομίζω πρέπει να υπερασπιστούμε το οτιδήποτε έχει σχέση με το βιβλίο. Γιατί το βιβλίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απεικόνιση αυτού που συμβαίνει εκεί έξω. Και μπαίνει μέσα στην ψυχή μας και διαμορφώνει τον δικό μας χαρακτήρα.», τόνισε ο γνωστός δημοσιογράφος, Θανάσης Λάλας.

“Πρώτη φορά συμπολίτες μας επεμβαίνουν στα πράγματα που αφορούν το βιβλίο ανυστερόβουλα”
«Δεν σας κρύβω ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού βιβλίου που κάποια ομάδα συμπολιτών μας αποφασίζει να επέμβει στα πράγματα που αφορούν το βιβλίο ανυστερόβουλα. Το τονίζω αυτό για να το καταλάβουμε όλοι.», επισήμανε ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου, Μιχάλης Καρακώστας.
Κυκλάδες: Ανάπτυξη ναι, αλλά χωρίς να χαθεί η ψυχή τους Οι Κυκλάδες μπορούν να αναπτυχθούν πολύ περισσότερο. Αλλά πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε να παραδώσουμε. Ενα αρχιπέλαγος γεμάτο ξενοδοχεία, βίλες και πισίνες, όπου η αυθεντικότητα θα αποτελεί τουριστικό σκηνικό; Ή νησιά ζωντανά, παραγωγικά, με ισχυρές τοπικές κοινωνίες, προστατευμένο τοπίο, σύγχρονες υποδομές και τουρισμό που θα αντλεί την αξία του από τον ίδιο τον τόπο;
Γράφει ο Γρηγόρης Δημητριάδης, δικηγόρος, πρώην Γενικός Γραμματέας του Πρωθυπουργού
Ας ξεκινήσουμε με αριθμούς: Στις Κυκλάδες οι μόνιμοι κάτοικοι είναι 120.000. Το καλοκαίρι είναι μια άλλη ιστορία, που επίσης περιγράφεται εν μέρει με αριθμούς: σύνολο ξενοδοχειακών κλινών 300.000. Μονάδες Airbnb πάνω από 150.000. Και όχι μόνο. Το 2024 στα πέντε βασικά αεροδρόμια των Κυκλάδων (Σαντορίνη, Μύκονος, Πάρος, Νάξος, Μήλος) διακινήθηκαν πάνω από 5.000.000 επιβάτες! Ας δούμε όμως τις διαθέσιμες κλίνες ανά κάτοικο.
Στη Μύκονο έχουμε έξι κλίνες ανά κάτοικο. Στη Σαντορίνη πέντε κλίνες. Στο «ανερχόμενο αστέρι», την Πάρο, 3,6 κλίνες ανά κάτοικο. Ακόμα και στην αγαπημένη μου Τζιά έχουμε φτάσει να έχουμε αντιστοιχία πέντε κλινών ανά κάτοικο. Αν υπολογίσουμε και τους επισκέπτες από την κρουαζιέρα, τα νούμερα ζαλίζουν. Ενδεικτικά, μόνο η Μύκονος το 2024 υποδέχτηκε περίπου 1,3 επιβάτες κρουαζιέρας…
Αξίζει να σταθούμε και σε μια άλλη διαπίστωση, που έχει να κάνει με την εκρηκτική αλλά και άναρχη οικοδομική ανάπτυξη και το real estate, που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού.
Τι να πει κανείς όταν πλέον η μέση τιμή πώλησης ανά τ.μ. ξεπερνά τις 4.000 ευρώ και σε ορισμένα νησιά που «ανακαλύφθηκαν» πρόσφατα, όπως η Πάρος, φτάνουν ακόμα και τις 10.000 το τετραγωνικό; Μιας και κάναμε στάση στην Πάρο, πώς δικαιολογείται το ότι στα οκτώ τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί άδειες δόμησης για 500.000 τ.μ.;
Όταν μόλις πέρυσι εκδόθηκαν για το νησί 459 άδειες δόμησης; (Συγκριτικά, στη χαρακτηρισμένη ως κορεσμένη Σαντορίνη εκδόθηκαν 461 άδειες.) Θα περιοριστώ σε δύο παραδείγματα. Στην πρόσφατα ανακαλυφθείσα από τους «χρυσοθήρες» Μήλο ήδη έχουν εκδοθεί το 2025 157 άδειες οικοδόμησης.
Έχουν καταγραφεί 48 ξενοδοχειακά projects, σε διάφορα στάδια υλοποίησης. Εάν ολοκληρωθεί ο οικοδομικός οργασμός το νησί θα διπλασιάσει σχεδόν τη δυναμικότητά του σε κλίνες. Εκεί άλλωστε υψώθηκε το συγκρότημα στο Σαρακήνικο, εκεί όμως προσγειώνονται και τα ελικόπτερα κάποιων που θέλγονται από τα κάλλη της Μήλου, αναζητώντας πιθανόν αύριο ένα all inclusive πεντάστερο πολυτελείας…
Για τα Κουφονήσια έγινε πολλή κουβέντα για το αδιαχώρητο στην Ιταλίδα. Εκείνο όμως που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως το Άνω Κουφονήσι εξελίσσεται σε ένα τουριστικό «πειραματόζωο». Έχουν αδειοδοτηθεί 22 νέα ξενοδοχεία, ενώ πέντε υφιστάμενες μονάδες επεκτείνονται. Έχουμε, δηλαδή, 27 παρεμβάσεις για ξενοδοχεία σε ένα νησί μόλις 5,7 τ. χλμ. Οι διαθέσιμες κλίνες θα υπερδιπλασιαστούν.
Οι υποδομές σε μεγάλη δοκιμασία
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν είμαι κατά της τουριστικής ανάπτυξης. Όμως το κρίσιμο ερώτημα των ημερών είναι: Πόσους ακόμη μπορούν να φιλοξενήσουν τα Κυκλαδονήσια χωρίς να υποβαθμιστούν το νερό, το περιβάλλον, οι υποδομές και, τελικά, να πληγούν τόσο η ποιότητα ζωής των κατοίκων όσο και οι εμπειρίες των επισκεπτών; Δεν είναι θεωρητικό το ερώτημα.
Το παράδειγμα της Πάρου με την καταστροφική πυρκαγιά που ξεκίνησε από τον χώρο των απορριμμάτων έγινε πρωτοσέλιδο στους Financial Times. «Ο υπερτουρισμός πνίγει τα ελληνικά νησιά – η φωτιά στον ΧΥΤΑ Πάρου αποκάλυψε το αδιέξοδο των υποδομών» ήταν ο τίτλος ενός ρεπορτάζ που δεν μας έκανε και περήφανους για τη σκληρή πραγματικότητα… Τεράστιες ποσότητες απορριμμάτων «παράγονται» στα Κυκλαδονήσια την τουριστική σεζόν.
Καμία σχέση με τους χειμερινούς μήνες. Παράνομες χωματερές ξεφυτρώνουν, μπαζώματα και άχρηστα υλικά ρίχνονται σε απόκρημνες πλαγιές. Το νερό είναι το πρώτο αγαθό που «στερεύει» τους θερινούς μήνες. Ναι, οι αφαλατώσεις είναι μια λύση, αλλά κοστίζουν και είναι ενεργοβόρες.
Ήδη το κράτος σπεύδει να ξοδέψει 166 εκατ. ευρώ για άμεση ενίσχυση των έργων αφαλάτωσης. Με την ευκαιρία, ας καταγράψουμε και την κατακόρυφη άνοδο στην κατανάλωση ενέργειας, όπου το δίκτυο αποθήκευσης, και διαχείρισης της θερινής αιχμής υστερεί δραματικά. Μετράμε τις κλίνες στα ξενοδοχεία αλλά όχι και τα λύματα που παράγουν και συχνά «πνίγουν» τα νησιά.
Το θέμα είναι ότι πρώτα κτίζουμε τις μονάδες και μετά αναρωτιόμαστε τι θα γίνει με τις υποδομές, τα απαρχαιωμένα δίκτυα, τα ανύπαρκτα αντλιοστάσια. Αλήθεια, ποιος μπορεί να δώσει μια εικόνα για το αν επαρκούν οι βιολογικοί καθαρισμοί, όπου υπάρχουν; Πλέον, με το που μπαίνουμε στην αιχμή της τουριστικής σεζόν ανακαλύπτουμε πως στη Μύκονο, στη Σαντορίνη, στην Πάρο, στη Νάξο έχουμε καθημερινά μποτιλιάρισμα.
Ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα, ταξί, τουριστικά λεωφορεία, φορτηγά τροφοδοσίας, ΙΧ, μηχανάκια εφορμούν στους στενούς δρόμους που σχεδιάστηκαν σε άλλες εποχές για τους λιγοστούς κατοίκους των νησιών. Γιατί περισσότερες κρατήσεις σε δωμάτια ισοδυναμούν με περισσότερες μετακινήσεις.
Στοιχειώδες… Μιλώντας για δωμάτια, όσο αυξάνονται τα ξενοδοχεία και οι υπηρεσίες, η τουριστική αξιοποίηση των νησιών έχουμε λιγότερες κατοικίες για τους ολοένα αυξανόμενους απασχολούμενους σε αυτές, αλλά και για τους γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς που αναζητούν μακρόχρονες κατοικίες.
Όσο για την Υγεία, το ερώτημα είναι απλό: πόσοι γιατροί και ασθενοφόρα αντιστοιχούν σε 100.000 ανθρώπους τον Αύγουστο όταν το Σύστημα Υγείας έχει σχεδιαστεί για πολύ μικρότερο πληθυσμό; Τι σηματοδοτούν όλα αυτά; Ότι οι Κυκλάδες αποποιούνται τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους και μετατρέπονται σε μια τεράστια εποχική πόλη, χωρίς τις απαραίτητες υποδομές.
Όταν ο τουρισμός αρχίζει να αλλάζει την ταυτότητα των νησιών
Οι Κυκλάδες υπήρξαν ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά τουριστικά επιτεύγματα ακριβώς επειδή δεν ήταν απλώς ένας τουριστικός προορισμός. Ηταν τόπος.
Είχαν ιστορία, αρχιτεκτονική, τοπία, μικρές κοινωνίες, γεύσεις, πανηγύρια, αλιεία, γεωργία, καφενεία, οικογενειακές επιχειρήσεις και έναν τρόπο ζωής που έδινε περιεχόμενο στην τουριστική εμπειρία. Ο επισκέπτης δεν ερχόταν μόνο για τη θάλασσα. Ερχόταν για να γνωρίσει τις Κυκλάδες.
Σήμερα υπάρχει ο κίνδυνος να συμβεί το αντίστροφο: να δημιουργήσουμε έναν τουριστικό κόσμο που μοιάζει όλο και λιγότερο με τις Κυκλάδες. Η επέλαση μεγάλων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων, πολυτελών κατοικιών, πισινών και τουριστικών επενδύσεων αλλάζει την κλίμακα πολλών νησιών. Δεν είναι η ανάπτυξη αυτή καθαυτή το πρόβλημα. Είναι η ανάπτυξη που δεν εντάσσεται στο τοπίο και στην κοινωνία.
Όταν το ξενοδοχείο γίνεται ένας κλειστός θύλακας, με τη δική του οικονομία, τη δική του κατανάλωση και τη δική του πελατεία, χωρίς ουσιαστική σχέση με την τοπική κοινωνία. Και κάπου εδώ εμφανίζεται η «επέλαση της αστακομακαρονάδας». Όχι επειδή η αστακομακαρονάδα είναι κακή – κάθε άλλο. Αλλά επειδή συμβολίζει έναν τουρισμό που κινδυνεύει να γίνει ίδιος παντού: ίδια εστιατόρια, ίδιο μενού, ίδια διεθνής αισθητική, ίδια beach bars, ίδια πολυτελή καταλύματα, ίδιο Instagram σκηνικό.
Μπορείς να βρεθείς στις Κυκλάδες και να καταναλώνεις ένα προϊόν που θα μπορούσες να καταναλώνεις οπουδήποτε στον κόσμο. Αυτό θέλουμε; Αν οι Κυκλάδες χάσουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους, θα χάσουν ακριβώς το συγκριτικό πλεονέκτημα που τις έκανε παγκόσμιες.
Ο εκτοπισμός του Έλληνα επισκέπτη
Για δεκαετίες το καλοκαίρι στις Κυκλάδες ήταν μέρος της ελληνικής κοινωνικής εμπειρίας. Μια οικογένεια μπορούσε να πάρει το πλοίο, να νοικιάσει ένα δωμάτιο, να φάει σε μια ταβέρνα και να περάσει μερικές ημέρες στο νησί. Σήμερα αυτό γίνεται όλο και δυσκολότερο.
Τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια είναι απλησίαστα, ιδιαίτερα για οικογένειες και για όσους μετακινούνται με αυτοκίνητο. Συνεχίζεται με τη διαμονή, όπου η έκρηξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η στροφή σε υψηλότερης τιμής καταλύματα έχουν περιορίσει τις οικονομικές επιλογές.
Και ολοκληρώνεται στο καθημερινό κόστος: καφές, εστιατόριο, παραλία, μετακινήσεις, ακόμη και βασικά αγαθά. Το πρόβλημα είναι ότι οι τιμές των Κυκλάδων δεν συγκρίνονται πλέον μόνο με το εισόδημα του ξένου επισκέπτη. Συγκρίνονται με το εισόδημα του Έλληνα. Και εδώ η απόσταση μεγαλώνει.
Αυτό έχει και κοινωνική διάσταση. Τα νησιά δεν πρέπει να μετατραπούν σε τουριστικά πάρκα για ξένους και πλούσιους Έλληνες, ενώ οι μόνιμοι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν πρόβλημα κατοικίας, ακριβής διατροφής και περιορισμένης πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες.
Η τουριστική ανάπτυξη δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχία εάν ο Έλληνας πολίτης αισθάνεται ότι το ελληνικό καλοκαίρι δεν τον αφορά πλέον. Δεν μπορεί να είναι αντιμέτωπος με την «παντοδυναμία της ξαπλώστρας» στις παραλίες –με τσουχτερές συνήθως τιμές– με τον ελεύθερο χώρο σε αυτές να συρρικνώνεται…
Ναι στην ανάπτυξη, αλλά με σχέδιο
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υιοθετήσουμε μια αντιτουριστική λογική. Οι Κυκλάδες χρειάζονται επενδύσεις. Χρειάζονται καλύτερα ξενοδοχεία, σύγχρονες υποδομές, νέες επιχειρήσεις, περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας. Ο τουρισμός είναι βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας και θα ήταν παράλογο να ζητήσουμε από τα νησιά να σταματήσουν να αναπτύσσονται.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ανάπτυξη θέλουμε. Οι Κυκλάδες δεν πρέπει να γίνουν το ελληνικό Ντουμπάι. Δεν μπορούν να μετατραπούν σε μια ατελείωτη ζώνη πολυτελών resorts, βιλών και πισινών, με δρόμους, δίκτυα ύδρευσης, αποχετεύσεις και υποδομές υγείας να ακολουθούν ασθμαίνοντας την οικοδομική δραστηριότητα.
Η Ελλάδα πρέπει, επιτέλους, να αντιστρέψει τη σειρά. Πρώτα σχεδιασμός, μετά ανάπτυξη. Πρώτα υποδομές, μετά νέες κλίνες. Πρώτα φέρουσα ικανότητα, μετά επενδύσεις. Το νέο χωροταξικό πλαίσιο για τον τουρισμό κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση γιατί αναγνωρίζει ότι δεν μπορούν όλα τα νησιά να αντιμετωπίζονται με τους ίδιους κανόνες.
Όμως έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση. Η πολεοδομική ανοργανωσιά, οι διαδοχικές αλλαγές κανόνων, η εκτός σχεδίου δόμηση και η απουσία ολοκληρωμένου σχεδιασμού σε πολλά νησιά έχουν ήδη αφήσει το αποτύπωμά τους. Είναι, επομένως, ένα βήμα προς τα εμπρός, αλλά σε μεγάλο βαθμό κατόπιν εορτής.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σοβαρό. Η πολεοδομική αυθαιρεσία και η άναρχη ανάπτυξη δεν διορθώνονται εύκολα εκ των υστέρων. Ένας δρόμος που κατασκευάστηκε χωρίς συνολικό σχεδιασμό δεν μετακινείται. Ένα ξενοδοχείο που κτίστηκε σε λάθος σημείο δεν εξαφανίζεται. Ένας υδροφόρος ορίζοντας που πιέστηκε δεν αποκαθίσταται εύκολα. Ένα φυσικό τοπίο που κατακερματίστηκε δεν ξαναγίνεται όπως ήταν. Γι’ αυτό η σημερινή επιλογή δεν αφορά μόνο το φετινό καλοκαίρι. Αφορά τις επόμενες δεκαετίες.
Ο,τι κτίζεται σήμερα άναρχα μπορεί να γίνει αύριο οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό μπούμερανγκ. Μπορεί να υποβαθμίσει το ίδιο το προϊόν που πουλάμε. Μπορεί να κάνει τις Κυκλάδες ακριβότερες για τους κατοίκους, λιγότερο ελκυστικές για τον ποιοτικό τουρίστα και ακριβότερες για το κράτος, επειδή θα χρειάζεται διαρκώς να καλύπτει το έλλειμμα υποδομών.
Ένας από τους σημαντικότερους διεθνείς μελετητές του υπερτουρισμού, ο Harold Goodwin, επισημαίνει πως «ο τουρισμός δεν είναι απλώς “πάρα πολλοί” τουρίστες. Είναι μια διαδικασία που μειώνει την “ουσία των τόπων”». Προσυπογράφω. Η επιλογή, λοιπόν, δεν είναι «τουρισμός ή προστασία των Κυκλάδων». Είναι τουρισμός που προστατεύει τις Κυκλάδες ή τουρισμός που κατατρώγει τις Κυκλάδες.
Οι Κυκλάδες μπορούν να αναπτυχθούν πολύ περισσότερο. Αλλά πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε να παραδώσουμε. Ένα αρχιπέλαγος γεμάτο ξενοδοχεία, βίλες και πισίνες, όπου η αυθεντικότητα θα αποτελεί πλέον τουριστικό σκηνικό; Ή νησιά ζωντανά, κατοικήσιμα, παραγωγικά, με ισχυρές τοπικές κοινωνίες, προστατευμένο τοπίο, σύγχρονες υποδομές και τουρισμό που θα αντλεί την αξία του από τον ίδιο τον τόπο;
Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι έχουμε ξεχάσει πότε το «πολύ» γίνεται θόρυβος. Χάσαμε το μέτρο, την αναλογία, τον ρυθμό, την καθαρότητα, την παύση, την αφαίρεση. Την αξία της απλότητας, τον μινιμαλισμό. Στην εποχή του «περισσότερου», ίσως αυτό που λείπει είναι η ικανότητα να λέμε «φτάνει!»
Πηγή: Protagon.gr

Γράφει ο Γρηγόρης Δημητριάδης
Εδώ και πολλά χρόνια, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση, έχει αναπτυχθεί ένας έντονος δημόσιος διάλογος γύρω από τα μεγάλα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει ο χώρος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και ειδικότερα ο έντυπος Τύπος. Η συνεχής πτώση των κυκλοφοριών και η συρρίκνωση των εσόδων δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκείνο όμως που συχνά απουσιάζει από τη συζήτηση είναι ο αντίκτυπος αυτής της κρίσης στα περιφερειακά Μέσα Ενημέρωσης.
Τα στοιχεία είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, χιλιάδες τοπικές εφημερίδες έχουν κλείσει τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας εκατοντάδες «ειδησεογραφικές ερήμους», δηλαδή περιοχές χωρίς ουσιαστική τοπική ενημέρωση. Αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γαλλία, ενώ και στην Ελλάδα ο περιφερειακός Τύπος έχει υποστεί σημαντική συρρίκνωση από το 2007 και μετά. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων του κλάδου, αλλά την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας.
«Ψήφος εμπιστοσύνης» των τοπικών κοινωνιών στον περιφερειακό Τύπο
Στο αθηνοκεντρικό κράτος, με την υπερσυγκέντρωση των μεγαλύτερων Μέσων Ενημέρωσης, συχνά υποτιμάται η σημασία των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης. Κι όμως, η εμπιστοσύνη των τοπικών κοινωνιών προς αυτά λειτουργεί ως παρήγορο αντίβαρο στη γενικευμένη κρίση αξιοπιστίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Digital News Report 2026 του Ινστιτούτου Reuters, την ώρα που η συνολική εμπιστοσύνη των πολιτών στις ειδήσεις βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ο περιφερειακός Τύπος εξακολουθεί να διατηρεί μια ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης με τις τοπικές κοινωνίες. Η αντίθεση αυτή αποτυπώνει τη διαχρονική αξία της ενημέρωσης που βρίσκεται κοντά στον πολίτη και στα προβλήματα της καθημερινότητάς του.
Ο περιφερειακός Τύπος αποτελεί πολύτιμο κεφάλαιο, όχι μόνο για τις τοπικές κοινωνίες που υπηρετεί αλλά και για τη χώρα συνολικά. Αναδεικνύει προβλήματα που διαφορετικά δύσκολα θα έφταναν στην κεντρική διοίκηση και λειτουργεί ως ένας πολύτιμος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ περιφέρειας και κράτους. Κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Γενικός Γραμματέας του Πρωθυπουργού, είχαμε δημιουργήσει ειδική ομάδα με αρμοδιότητα την καθημερινή παρακολούθηση των περιφερειακών Μέσων Ενημέρωσης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορούσαμε να εντοπίζουμε εγκαίρως προβλήματα που απασχολούσαν τις τοπικές κοινωνίες και να παρεμβαίνουμε αποτελεσματικότερα για την επίλυσή τους.
Ταυτόχρονα, τα περιφερειακά Μέσα ασκούν ουσιαστικό έλεγχο στους τοπικούς και περιφερειακούς φορείς εξουσίας, ενισχύοντας τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και την πολυφωνία. Συμβάλλουν στην τοπική ανάπτυξη, στηρίζουν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις μέσω της προβολής τους και δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, λειτουργούν ως φυτώριο νέων δημοσιογράφων, δίνοντας ευκαιρίες σε ανθρώπους που διαφορετικά δύσκολα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το επάγγελμα.
Δεν είναι όμως μόνο αυτά. Τα τοπικά μέσα, και ιδιαίτερα οι εφημερίδες, αποτελούν πολύτιμο ιστορικό αρχείο, καταγράφοντας τη μικροϊστορία κάθε τόπου, τις αντιδράσεις των πολιτών στις μεγάλες εθνικές προκλήσεις και την πορεία των τοπικών κοινωνιών μέσα στον χρόνο. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπηρετούν τη Δημοκρατία. Ενισχύουν τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, καλλιεργούν ισχυρότερους δεσμούς με τον τόπο τους και ενδυναμώνουν το αίσθημα του ανήκειν στην τοπική κοινότητα. Πώς να είναι, άλλωστε, κανείς πολιτικά ενεργός όταν αισθάνεται ότι η φωνή του δεν ακούγεται;
Υπάρχουν βιώσιμες λύσεις για την ανάταξη των περιφερειακών ΜΜΕ
Έχοντας, λοιπόν, κατανοήσει τη σημασία και την αναγκαιότητα των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης, οφείλουμε να εξετάσουμε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για τη στήριξή τους, ώστε να συνεχίσουν να επιτελούν τον κρίσιμο ρόλο τους. Πρώτο και βασικό βήμα είναι η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής για τα περιφερειακά ΜΜΕ, μέσα από τη συνεργασία της Πολιτείας με τους εκπροσώπους του κλάδου, με στόχο την ενίσχυση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητάς τους.
Στην κατεύθυνση αυτή, θα μπορούσε να εξεταστεί η κάλυψη του κόστους συνδρομών των περιφερειακών Μέσων σε ειδησεογραφικά και φωτογραφικά πρακτορεία, καθώς και η χρηματοδότηση προγραμμάτων επιμόρφωσης των δημοσιογράφων τους. Εξίσου σημαντικό είναι να εφαρμοστεί στην πράξη η πρόβλεψη για τη διάθεση του 30% της κρατικής διαφήμισης στα περιφερειακά Μέσα Ενημέρωσης, ενώ απαιτείται και ουσιαστική βελτίωση του προγράμματος στήριξης του έντυπου Τύπου, με μεγαλύτερη διάρκεια, σαφείς κανόνες κατανομής των πόρων και λιγότερη γραφειοκρατία.
Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι υπάρχουν εφαρμόσιμες λύσεις. Το πρόγραμμα Local News Partnership του BBC, το Local Journalism Initiative του Καναδά, αλλά και τα εργαλεία στήριξης που εφαρμόζονται στη Γαλλία, δείχνουν ότι η ενίσχυση της περιφερειακής ενημέρωσης μπορεί να συνδυαστεί με την προστασία της ανεξαρτησίας και της πολυφωνίας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον τροχό. Μπορεί να αξιοποιήσει τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές και να τις προσαρμόσει στις δικές της ανάγκες.
Είναι επιτακτικό, λοιπόν, η Πολιτεία να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη στήριξη των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης. Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς. Διαφορετικά, ολοένα και περισσότερες περιοχές της χώρας κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «ερήμους ενημέρωσης», με σοβαρές συνέπειες για την πολυφωνία, τη λογοδοσία και τη δημοκρατική συμμετοχή των πολιτών.
Ας μην έχουμε αυταπάτες. Η εξαφάνιση των π εριφερειακών Μέσων θα έχει σοβαρές επιπτώσεις για τη δημοκρατική λειτουργία και την κοινωνική συνοχή της χώρας μας. Θα εγκαταλείψουμε την προσπάθεια στήριξης της περιφερειακής πολυφωνίας σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία; «Φτάσε εκεί που δεν μπορείς και ο πιο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος», έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης. Αυτόν τον δρόμο οφείλουμε να ακολουθήσουμε.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ